βοηλάτης

βοηλ-άτης [ᾰ], ου, , fem. [suff] βοηλ-άτις, ιδος, ἡ· ([etym.] βοῦς, ἐλαύνω):—
A one that drives away oxen, cattle-lifter, S.Ichn.117, AP11.176 (Lucill.).
II ox-driving,

ῥάβδος APl.4.200

(Mosch.); ox-tormenting,

μύωψ A.Supp.307

.
III cattle-driver, Lys.7.19, Pl.Plt.261d, PLond.3.1177.112 (ii A. D.).
IV β. διθύραμβος the dithyramb which gains a bull for the prize, Pi.O.13.19.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοηλάτης — βοηλάτης, ο (θηλ. άτις, η) (Α) 1. αυτός που αρπάζει βόδια, ζωοκλέφτης 2. ο βουκόλος 3. (για τον οίστρο) εκείνος που αναγκάζει βασανιστικά τα βόδια να τρέχουν 4. (για τη βουκέντρα) αυτός που κεντρίζει τα βόδια να προχωρούν 5. φρ. «βοηλάτης… …   Dictionary of Greek

  • βοηλάτης — one that drives away oxen masc nom sg βοηλατέω drive away oxen imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλάται — βοηλάτης one that drives away oxen masc nom/voc pl βοηλάτᾱͅ , βοηλάτης one that drives away oxen masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλατῶν — βοηλάτης one that drives away oxen masc gen pl βοηλατέω drive away oxen pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλάταις — βοηλάτης one that drives away oxen masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλάτην — βοηλάτης one that drives away oxen masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλάτιν — βοηλάτης one that drives away oxen fem acc sg βοηλάτις one that drives away oxen fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλάτου — βοηλάτης one that drives away oxen masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλάτῃ — βοηλάτης one that drives away oxen masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλάταν — βοηλάτᾱν , βοηλάτης one that drives away oxen masc acc sg (epic doric aeolic) βοηλάτης one that drives away oxen masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηλάτας — βοηλάτᾱς , βοηλάτης one that drives away oxen masc acc pl βοηλάτᾱς , βοηλάτης one that drives away oxen masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.